Ο οπλαρχηγός Μπρούφας Αθανάσιος

Οπλαρχηγός κατά τη Δυτικομακεδονική επανάσταση του 1878 και το Μακεδονικό κίνημα του 1896

Το λεν μάνα μ’, το λεν οι κούκοι στα βουνά,

το λεν οι κούκοι στα βουνά

κι οι πέρδικες στα πλάγια,

το λέει κι ο πετροκότσυφας

στ’ αντάρτικα λημέρια.

Οι αντάρτες εσκορπίσανε και γίνανε μπουλούκια

Ο Μπρούφας στο Μορίχοβο

Ζαρκάδας στα Καϊλάρια

κι ο Τάκης ο Περήφανος

πάνω στο Περιστέρι

Πιάνουν και γράφουν μια γραφή

και γράφουν ένα γράμμα

Τούρκοι, καθήστε φρόνιμα

κάντε ταπεινωμένα

δεν είναι ο περσινός καιρός

βουλγάρικο ντουφέκι,

εδώ είναι Ελληνόπουλα

κι όλα αντρειωμένα

Μπρούφα, Θανάση Μπρούφα.

Έτσι υμνεί και ψάλλει η δημώδης μούσα τη θρυλική μορφή του Αθανασίου Μπρούφα, οπλαρχηγού κατά τη Δυτικομακεδονική επανάσταση του 1878 και κατά το Μακεδονικό κίνημα του 1896. Είναι δυο φάσεις της νεότερης ελληνικής ιστορίας, στις οποίες μαζί με άλλους δυτικομακεδόνες οπλαρχηγούς και κλέφτες έδρασε γενναία ως επικεφαλής αντάρτικων σωμάτων που πολέμησαν εναντίον των Τούρκων και των Βουλγάρων που δυνάστευαν και τρομοκρατούσαν τη Μακεδονία.

Με την παρουσία του ενθάρρυνε τους ελληνικούς πληθυσμούς και πρωτόφερε το μήνυμα της λευτεριάς στην κατατρεγμένη από τους Βούλγαρους και Τούρκους μακεδονική γη. Είναι γνωστό σε όλους πως τότε οι Βούλγαροι είχαν γίνει υπερφίαλοι σε αξιώσεις με την υπογραφή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου και επεδίωκαν πραξικοπηματικά να αρπάξουν τη Μακεδονία, οι δε Τούρκοι εξακολουθούσαν να είναι κατακτητές. Σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς, ο Αθανάσιος Μπρούφας αναδείχτηκε προστάτης ακατάβλητος των κατατρεγμένων και δοκιμαζόμενων Ελλήνων των επαρχιών Γρεβενών, Βοΐου, Καστοριάς και Φλώρινας, καθώς και της περιοχής του Βερμίου.

Γεννήθηκε στο Παλιοκριμίνι της Ανασελίτσας (επαρχίας Βοΐου) το 1851. Δωδεκαετής, το 1863 κατέβηκε στην Αθήνα κοντά στο μεγαλύτερο αδερφό του Δημήτριο, που εργαζόταν ως οικοδόμος. Αργότερα κατέβηκε κι ο μικρότερος αδελφός τους Αναστάσιος και τα τρία αδέλφια εργάζονταν μαζί στις οικοδομές. Με την εργασία τους κέρδισαν αρκετά χρήματα. Ο Αθανάσιος Μπρούφας ζώντας στο ελεύθερο «ρωμαίϊκο» όπως λέγονταν τότε η Νότια Ελλάδα, πάντα κάθε στιγμή έφερνε στο νου του τη γενέτειρά του, που υπόφερνε από τη βάρβαρη συμπεριφορά του μπέη-τσιφλικά και πάντα έπλαθε όνειρα για την απελευθέρωση της σκλαβωμένης Μακεδονίας.

Το 1870, μαζί με το συγχωριανό του Γιάννη Ζήση, ανέβηκε στο Παλιοκριμίνι για να ιδεί τους γονείς του. Οι δυο θαρραλέοι νέοι δημιούργησαν επεισόδιο με τον μπέη του χωριού, επειδή τους φέρθηκε άσχημα και ταπεινωτικά, όταν δεν του απένειμαν το χαιρετισμό που αυτός ήθελε. Μη ανεχόμενοι την ταπείνωση τον χαστούκισαν, κι ο Μπρούφας έβγαλε το πιστόλι του και τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει. Αυτή ήταν η πρώτη επαναστατική πράξη του. Ο μπέης προς εκδίκηση άρχισε να συμπεριφέρεται πιο τυραννικά και πιο βάρβαρα και επέβαλε μεγαλύτερους φόρους στους Παλιοκριμινιώτες.

Εξαιτίας της βάρβαρης συμπεριφοράς του μπέη αλλά και μιας επιδρομής Γκέκηδων, οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό τους ομαδικά και να εγκατασταθούν σε χωριά της Ανασελίτσας (Βοΐου) και Καστοριάς, με αποτέλεσμα το Παλιοκριμίνι να ερημώσει. Αρκετές οικογένειες εγκαταστάθηκαν στο Στεζάχι (σημ. Αηδόνια) των Γρεβενών. Ανάμεσα σ’ αυτές ήταν και η οικογένεια του Γεωργίου Μπρούφα με τα παιδιά του Δημήτριο, Αθανάσιο και Αναστάσιο.

Μετά την εγκατάσταση αυτή ο Αθανάσιος Μπρούφας ξανακατέβηκε στην Αθήνα και συνέχισε τις οικοδομικές εργασίες με τ’ αδέλφια του. Οι δουλειές πήγαιναν καλά και πρόκοβαν και στα παλιά Πατήσια Αθηνών είχαν γίνει κύριοι και ενός μεγάλου οικοπέδου, όπου έχτισαν τα σπίτια τους.

Η καρδιά όμως του Αθανασίου Μπρούφα, όπως αναφέραμε και προηγουμένως, ήταν δοσμένη αλλού και η φαντασία του πετούσε συχνά στους σκλάβους συμπατριώτες του Μακεδόνες. Η μεγάλη πίκρα του Μπρούφα ήταν οι δοκιμαζόμενες και στενάζουσες στη σκλαβιά περιοχές Βοΐου, Γρεβενών και γενικότερα όλη η Μακεδονία. Τον άδολο πατριωτισμό του και την αγνότητα των προθέσεών του εξετίμησε πολύ η οργάνωση της «ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ» και του εμπιστεύτηκε πατριωτική αποστολή στη Μακεδονία.

Εγκατέλειψε τη δουλειά του, πούλησε το σπίτι του στην Αθήνα και συγκρότησε με δική του δαπάνη αντάρτικο σώμα. Απ’ το 1876 άρχισε τον αγώνα εναντίον των τυράννων Τούρκων και κυρίως εναντίον των ύπουλων ενεργειών των Βουλγάρων σχισματικών. Κατά την Δυτικομακεδονική επανάσταση του 1878 έδρασε στον Όλυμπο με άλλους Μακεδόνες οπλαρχηγούς. Πολλές φορές με τα παλικάρια του έθεσε τέρμα σε επιδρομές άτακτων Τούρκων της περιοχής Βοΐου, οι οποίοι ενοχλούσαν με αρπαγές και ληστείες τα χωριά περί το Κριμίνι και το Τσοτύλι.

Στα Χάσια 200 περίπου Τουρκαλβανοί Βασιβουζούκοι υπό τον Σαρή-μπέη είχαν κλέψει περίπου 3.000 μικρά και μεγάλα ζώα και τα οδηγούσαν στην Αλβανία. Το σώμα του Μπρούφα τους διέλυσε κατόπιν συμπλοκής, απελευθέρωσε τα ζώα και τα επέστρεψε στους δικαιούχους τους.

Τον Ιούνιο του 1878 στον Άι-Λια του Πενταλόφου Βοΐου συγκρούεται με τουρκικό απόσπασμα. Σ’ άλλη συμπλοκή με τουρκικό στρατό, στην περιοχή Γρεβενών, μεταξύ Σμίξης και Αλατόπετρας, ο καπετάν Μπρούφας πάλι διέπρεψε, γιατί κατόρθωσε να διασπάσει τις τουρκικές δυνάμεις και να ματαιώσει τόσο τη δική του κύκλωση όσο και άλλων κλεφταρματολικών σωμάτων. Τον Αύγουστο του 1879 στην τοποθεσία Νιτρούζι κοντά στο Μέγαρο Γρεβενών, είχαν συγκρουστεί ομάδες του Νταβέλη και του Γκρούντα με Τούρκους. Ο καπετάν Μπρούφας έσπευσε και διέλυσε τις τουρκικές δυνάμεις. Προτού όμως ο Μπρούφας σπεύσει στο Νιτρούζι, πέρασε απ’ το Στεζάχι (σημ. Αηδόνια) απ’ όπου πήρε για οδηγό τον Κων/νο Τζιάτζιο.

Η δράση του Μπρούφα έφτασε μέχρι τα Κορέστια και το Πισοδέρι και συνεργάστηκε πολλές φορές με τα σώματα του Δημητρίου Νταλίπη, του Ζούρκα και άλλων αρματολών. Υπήρξε αγωνιστής της ορθοδοξίας. Ενδιαφερόταν πολύ για τα εκκλησιαστικά ζητήματα, τη θρησκεία, τα ήθη και την κοινωνική συγκρότηση των ραγιάδων Μακεδόνων πατριωτών του.

Το 1881, μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας, ο Μπρούφας με τον καπετάν Νταβέλη από τη Γαλατινή Βοΐου, το Γιαννούλη Ζέρμα και άλλους οπλαρχηγούς κατέβηκε στην ελεύθερη Θεσσαλία. Με τη φροντίδα του Αηδονιώτη Γεωργίου Παπανικολάου, που ήταν δάσκαλος στους Φιλιππαίους Γρεβενών, κατέβηκαν οι οικογένειες των Μπρουφαίων στον Τύρναβο. Στον Τύρναβο ο Μπρούφας άνοιξε καφενείο, που το είχε μεταβάλει σε κέντρο εθνικής προπαγάνδας. Ουδέποτε έπαυσε να σκέπτεται την αποστολή του στη Μακεδονία. Και ήταν πολλές οι φορές που το «Μακεδονικό Κέντρο Αθηνών» τον χρησιμοποίησε για εθνικές αποστολές και στην Κοζάνη και στο Μοναστήρι και στη Νεάπολη Βοΐου και στο Μέτσοβο και στα Γιάννενα, άλλοτε ως έμπορο και άλλοτε ως αγωγιάτη.

Μετά τον Τύρναβο, ο Μπρούφας με τη γυναίκα του Αικατερίνη Τζιάχου, η οποία καταγόταν από το Βυθό Βοΐου, εγκαταστάθηκε οριστικά στον Αμπελώνα (παλιά ονομασία Καζακλάρ), όπου έκτισε δικό του σπίτι. Ποτέ δεν ξέχασε τα Αηδόνια (Στεζάχι). Έστειλε χρήματα για να χτίσουν οι Αηδονιώτες διδακτήριο για τα παιδιά του χωριού. Πράγματι κτίστηκε μεγάλο πέτρινο σχολείο (το σχολειό του Μπρούφα όπως το λένε οι παλιότεροι που το θυμούνται) με κάλφα τον Γιανζήση.

Το 1896 ο Μπρούφας με τη βοήθεια της «ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ» συγκρότησε αντάρτικο σώμα με 86 παλαίμαχα παλικάρια και υπαρχηγούς τους Μακεδόνες: Τάκη Νάτσια (Περήφανο), Γιάννη Γεωργαντά, Ζαρκάδα, Ιωάννη Τσάμη, Βασίλειο Οικονόμου, Λάζο Βαρζή. Εισήλθε στη Μακεδονία και έδρασε στον Όλυμπο, στα Πιέρια και στο Βέρμιο.

Η νίκη του σώματος του Μπρούφα κατά της τουρκικής δυνάμεως στη θέση Καράτσαϊρ (Μαυρολίβαδο) του χωριού Ξερολίβαδου του Βερμίου είχε μεγάλη απήχηση και στη Δυτική Μακεδονία και στην Αθήνα.

Προκάλεσε έκρηξη ενθουσιασμού και η ηρωική μορφή του Μπρούφα δέσποζε παντού κι έπαιρνε διαστάσεις μυθικού προσώπου. Στη συνέχεια στο Καρατάς της Νάουσας έκανε άλλη μάχη με τους Τούρκους που τον καταδίωκαν. Σκοπός του Μπρούφα δεν ήταν να χτυπήσει και να βλάψει τους Οθωμανούς, αλλά τους Βούλγαρους καταχραστές. Όμως τη στιγμή που οι Τούρκοι τον καταδίωκαν και του κάνανε επίθεση, ήξερε να υπερασπίζεται. Από το Βέρμιο προχώρησε προς το Ξυνό νερό και βορειότερα για να διακηρύξει και εκεί την ελληνική παρουσία και να αντιμετωπίσει τα βουλγαρικά ανταρτικά σώματα. Η κινητοποίηση όμως των τουρκικών στρατευμάτων έφεραν σε δύσκολη θέση το σώμα του Μπρούφα, το οποίο αναγκάστηκε να κατακερματισθεί για να είναι ευκολοκίνητο. Ο Μπρούφας με 40 άνδρες κατευθύνθηκε προς το Μορίχοβο. Τα στρατεύματα όμως των Βιτολίων (Μοναστηρίου) τον ανάγκασαν ν’ αλλάζει συνεχώς λημέρια. Ο αδελφός του Αναστάσιος λέγεται ότι πέθανε από εξάντληση. Στις 19 Ιουλίου του 1896 το σώμα του έφτασε στο Δεμίρ-Καπού (Σιδηρές Πύλες) του Αξιού κοντά στο χωριό Καβαντάρ (Τίκβεσι) του Μοριχόβου. Την άλλη μέρα στις 20 Ιουλίου κυκλώθηκε από τουρκικό στρατό και η μάχη που έγινε κράτησε 14 ώρες. Έχασαν τη ζωή τους αμέτρητοι Τούρκοι και πολλοί Έλληνες αντάρτες. Τραυματίστηκε βαριά και ο ίδιος ο Μπρούφας που μεταφέρθηκε από τον ψυχογιό του Ζαρκάδα στο πιο κοντινό χωριό, σ’ ένα σπίτι όπου ζούσε μια γριά και είχε αναλάβει να τον περιποιείται.

Για το θάνατο του Μπρούφα οι πληροφορίες διίστανται. Άλλοι υποστηρίζουν ότι οι Βούλγαροι πρόδωσαν στους Τούρκους το σπίτι όπου βρισκόταν ο Μπρούφας, οι οποίοι τελικά του έκοψαν το κεφάλι.

Άλλη πηγή αναφέρει ότι έπεσε ηρωικά μαχόμενος με πολυάριθμο τουρκικό στρατό, άλλη ότι τραυματίστηκε και υπέκυψε στα τραύματά του, ενώ μια τέταρτη λέγει πως δηλητηριάστηκε μόνος του για να μη γίνει εμπόδιο στην πορεία των παλικαριών του σ’ εκείνη την περιοχή.

Η πολύ σύντομη εξιστόρηση της δράσης, της συμβολής και της προσφοράς του Αθανασίου Μπρούφα, αλλά και πολλών άλλων δυτικομακεδόνων οπλαρχηγών στις περιόδους των απελευθερωτικών αγώνων του 1878 και 1896 πρέπει να μας γεμίζει υπερηφάνεια όλους εμάς που έχουμε την τιμή να καταγόμαστε από την εύανδρο γη της Δυτικής Μακεδονίας. Δίνεται η ευκαιρία στους νεότερους ιδίως να γνωρίσουν τους προγόνους τους, να θαυμάσουν τους αγώνες και τη θυσία τους για τα ιδανικά της φυλής μας, αλλά και στους ιστορικούς ερευνητές να ανασύρουν από τη λήθη και την αφάνεια πραγματικούς ήρωες και να μελετήσουν συστηματικά και να προβάλουν την εθνική τους προσφορά για τη λευτεριά της πατρίδας. Γιατί είναι βέβαιο ότι πολλές πτυχές των γεγονότων των δύο ανωτέρω περιόδων στη Μακεδονία, παραμένουν ακόμη άγνωστες στις λεπτομέρειές τους.

Ο Σύλλογος Αηδονιωτών Θεσσαλονίκης «Η ΕΝΩΣΗ» θέλοντας να τιμήσει τον Αθανάσιο Μπρούφα, το έτος 1969 ανέλαβε πρωτοβουλία και έστησε μαρμάρινη προτομή του εθνικού ήρωα του τόπου μας στην πλατεία του χωριού, της οποίας τα αποκαλυπτήρια έγιναν με επισημότητα και λαμπρότητα στις 24 Αυγούστου 1969 ενώπιον εκκλησιαστικών, πολιτικών και στρατιωτικών αρχών. Το έτος 1996 το Δ.Σ. του Συλλόγου ανέθεσε με ομόφωνη απόφασή του στον γλύπτη Ευθύμιο Καλευρά από τον Καταχά Πιερίας, να φιλοτεχνήσει ορειχάλκινη προτομή σε αντικατάσταση της προηγούμενης, που είχε υποστεί φθορά και ρωγμές. Η ορειχάλκινη αυτή προτομή σήμερα δεσπόζει στον αύλειο χώρο του Σχολείου μπροστά από το διδακτήριο, για να θυμίζει στις επερχόμενες γενιές την προσφορά και τους αγώνες του.

Ομοίως ο Σύλλογός μας σε συνεργασία με το Σύλλογο Γαλατινέων Θεσσαλονίκης «Η ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ» οργάνωσε ημερίδα-εκδήλωση υπό την αιγίδα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, στη Θεσσαλονίκη, την Κυριακή 13 Απριλίου 1997, για να τιμηθεί η επέτειος της συμπλήρωσης 100 χρόνων από την επαναστατική κίνηση στη Μακεδονία κατά την περίοδο 1896-1897, τη δράση των Ελληνικών ανταρτικών σωμάτων και την εθνική προσφορά των οπλαρχηγών ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΠΡΟΥΦΑ (από τα Αηδόνια Γρεβενών), ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΝΤΑΒΕΛΗ (από τη Γαλατινή Βοΐου) και των άλλων αγωνιστών της περιόδου.

Στο Μουσείο του Μακεδονικού Αγώνα στη Θεσσαλονίκη είναι αναρτημένος ζωγραφικός πίνακας του Δ.Βασιλείου που απεικονίζει τη θρυλική μορφή του Αθανασίου Μπρούφα. Η πατρίδα πέραν του ότι συμπεριέλαβε το όνομα του πρωτοπόρου οπλαρχηγού στις σελίδες του Μακεδονικού Αγώνα, έδωσε και τ’ όνομά του σε οδούς διαφόρων πόλεων.

Τέλος στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα που είναι σε μια μαγευτική τοποθεσία του βουνού Μπούρινος, στα όρια των νομών Κοζάνης-Γρεβενών, εκτός των άλλων προτομών έχει στηθεί και η μαρμάρινη προτομή του Αθανασίου Μπρούφα. Το Μουσείο είναι δημιούργημα του Συνδέσμου Γραμμάτων και Τεχνών Νομού Κοζάνης, στον οποίο σημαντικό έργο προσέφερε από τα πόστα του Γραμματέα και του Προέδρου ο συνταξιούχος Δάσκαλος κ. Κων/νος Σιαμπανόπουλος από το Χρώμιο Κοζάνης. Αξίζει να επισκεφθεί κανείς το μουσείο αυτό στους πρόποδες του Μπούρινου κοντά στο Χρώμιο.

Εμείς οι Αηδονιώτες αισθανόμαστε ιδιαίτερα περήφανοι για τον ήρωα του τόπου μας και για την επιτέλεση του ιερού καθήκοντός μας προς διαιώνιση της μνήμης του. Ας κατευθύνουμε και πάλι το λογισμό μας προς τα ύψη της αρετής, στα οποία η αγάπη προς τη θρησκεία και την πατρίδα ύψωσε τον ήρωα Αθανάσιο Μπρούφα και ας υποσχεθούμε ότι ποτέ δε θα λησμονήσουμε τη μέγιστη προσφορά του.

"Ντερόπουλος Χριστόφορος, Συνταξιούχος Δάσκαλος.