Πασχαλόγιορτα

Το Πάσχα είναι η δεύτερη μεγαλογιορτή της χριστιανοσύνης, μετά τα Χριστούγεννα. Είναι γιορτή της αγάπης και της ειρήνης. Είναι μέρες χαράς καθώς με το Χριστό ανασταίνεται κι η φύση απ’ το χειμωνιάτικο λήθαργο.

Οι Αηδονιώτες γιορτάζουν αισθαντικά το Πάσχα. Τη νηστεία της σαρακοστής τη διαδέχεται το φαγοπότι και τη θλίψη της Μεγάλης Εβδομάδας η χαρά της Ανάστασης.

….Τη Δεύτερη Ανάσταση, το απογευματάκι, όλοι οι Αηδονιώτες πηγαίνουν στην εκκλησία.

Τα παλιά τα χρόνια σαν τέλειωνε η Δεύτερη Ανάσταση και έδιναν τον χαιρετισμό της αγάπης, μόνον οι γυναίκες, ντυμένες με τις παραδοσιακές φορεσιές με τα πιο όμορφα στολίδια οι παλιότερες και με τα καινούργια τους φορέματα οι νεότερες, πιασμένες χέρι-χέρι κατά σειρά ηλικίας, έστηναν τον χορό μπροστά στην εκκλησία. Φρόντιζαν πάντα να σέρνει το χορό κάποια γυναίκα που είχε το όνομα Δέσπω ή Πανάγιω, προς τιμή της Παναγιάς. Χόρευαν τραγουδώντας τα παρακάτω τρία τραγούδια:

«Σημαίν’ ο Θεός, σημαίν’ η γη, σημαίνουν τα ουράνια,

σημαίνει κι η Ανάσταση, να παν να κοινωνήσουν.

Κινάει η μάνα αμπροστά, κι η αδερφή κατόπι

κι ο νιούτσικος πάει στη μέσ’, σα μήλο μαραμένο

σα μήλο, σαν τριαντάφυλλο».

«Ήρθαν τα Πασχαλόγιορτα κι επίσημες οι μέρες,

Βγήκαν οι νύφες στο χορό, βγήκαν και τα κορίτσια

κι εσύ, Δέσπω μ’, δε φαίνεσαι κι στο χορό δε βγαίνεις

-Δέσπω μ’, κλαίει το παιδί, κλαίει και δε μερώνει.

-Μάνα μ’, σαν κλαίει το παιδί, σαν κλαίει και δε μερώνει,

κόψε το μήλο δώσε το, κυδώνι να μερώσει».

«Η Μάρω απ’ τα Γιάννινα κι η Κάλλιω απ’ τα Γρεβενά

Δευτέρα μέρα κίνησαν να πάνε γι’ ασημόχωμα,

ασημόχωμα κι ασπρόχωμα.

Σκεπάρι δεν τις έλαχε και με τα νύχια το ‘βγάζαν

και με τα νυχοπόδαρα».

Ύστερα από τα παραπάνω τραγούδια πήγαιναν στα σπίτια τους και αργά το απόγευμα βγαίναν στην πλατεία, όπου χόρευαν μόνον οι γυναίκες. Οι άνδρες δεν έπαιρναν μέρος, δεν έβαζαν λαλούμενα την πρώτη μέρα, για να μην πέφτει χαλάζι. Τη δεύτερη και την τρίτη μέρα της Πασχαλιάς χόρευαν όλοι μαζί στο μεσοχώρι με διάφορα όργανα. Την τρίτη μέρα οι γυναίκες τραγουδούσαν ειδικά, το παρακάτω τραγούδι:

«Άσπρο σταφύλι τραγανό κι από την Τρίτ’ κομμένο,

όποιος το κόβει κόβεται κι όποιος το τρώει πεθαίνει

κι όποιος το βάλ’ στον κόρφο του, ποτέ παιδί δεν κάνει,

να το τρωγε κι μάνα μου, προτού να κάμ’ εμένα

κι απ’ μ’ έκαμε τι μ’ ήθελε κι αν μ’ έχει τι με θέλει».

Την Παρασκευή της Ζωοδόχου Πηγής, οι Αηδονιώτες λειτουργούνται στο εξωκλήσι της Παναγίας. Κι εδώ τα παλιά τα χρόνια, μετά τη Λειτουργία ακολουθούσε χορός, μόνον των γυναικών, με δημοτικά τραγούδια.

ΤΟ ΖΩΣΙΜΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Την Κυριακή του Θωμά μετά τη λειτουργία και το μεσημεριανό τραπέζι, οι Αηδονιώτες βγαίναν στην πλατεία όπου διασκέδαζαν με λαλούμενα. Και προτού βασίλευε ο ήλιος, τα λαλούμενα σιγούσαν και χόρευαν μόνον οι γυναίκες, για να «διπλώσουν» το χορό. Και τραγουδούσαν:

«Διπλό χορό χορεύουμε, διπλά τραγούδια λέμε,

Μωρ’ έλα γύρω γύρω,

ζερβό χορό χορεύουμε, ζερβά τραγούδια λέμε,

Μωρ’ έλα γύρω γύρω,

η μάνα που μας γέννησε, ζερβόμανα τη λέμε,

Μωρ’ έλα γύρω γύρω,

κι η νούνα που μας βάφτισε, ζερβόνουνα τη λέμε,

Μωρ’ έλα γύρω γύρω».

Μόλις τελείωνε ο χορός παίζαν διάφορα παιχνίδια, όπως τη γάτα, τη ρόκα, το φουρνατζή κα, γνώριμα απ’ τα παιδικά τους χρόνια, και μετά άντρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι ανηφόριζαν για την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου. Εκεί πιάνονταν όλοι χέρι-χέρι και περιζώναν την εκκλησιά. Φρόντιζαν πάντα να ήταν πολλά τα άτομα, ώστε να φτάνουν να περιζώσουν την εκκλησία για το καλό και την ευτυχία.

Την ώρα που πιάνονταν χέρι-χέρι τα παλικάρια φρόντιζαν να πιαστούν από κάποια κοπέλα, που τους σιγότρωγε ο έρωτας. Ένα σφίξιμο του χεριού, ήταν η συγκατάθεση, μια γλυκιά ματιά, ένα χαμόγελο, ήταν η ελπίδα.

ΤΟ ΔΙΩΞΙΜΟ ΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΙΑΣ

Μετά το ζώσιμο της εκκλησίας έλυναν τα χέρια και ξεχύνονταν στα γύρω δέντρα, μαζεύοντας μυρόπνοα λουλούδια και κατέβαιναν στην πλατεία τραγουδώντας το:

«Απρίλ’ Απρίλη μ’ δροσερέ, Μάη μ’καμαρωμένε,

σε μήνυσαν τα πρόβατα, ν’ αξιώνεις τα χορτάρια,

σε μήνυσαν κι οι όμορφες ν’ αξιώνεις τα παλικάρια».

Αφού φτάναν στην πλατεία συγκεντρώνονταν μόνο οι γυναίκες, όχι πιασμένες σε χορό, αλλά μαζεμένες και τραγουδούσαν το αποχαιρετιστήριο τραγούδι της Πασχαλιάς:

«Ώρα καλή σου Πασχαλιά και τώρα και του χρόνου,

καλά να πας, καλά να ρθεις και τώρα και του χρόνου.

Βγάλτε όλοι τα καινούργια και ντύστε τα τζιρτζέλια,

πάρτε τα δικέλια να σύρετε στ’ αμπέλια,

πάρτε τα τσικμέδια να κόψτε λιγκαβέτσια,

πάρτε τα τσεκούρια και κόψτε παστριμάδια».

Το παραπάνω τραγούδι ήταν το τελευταίο της Πασχαλιάς, γιατί τελείωναν τα γλέντια, τα φαγοπότια κι η ανεμελιά. Την άλλη μέρα θα ξαναμπαίναν στους ανέμελους ρυθμούς της αγροτικής ζωής.